- ἐπικαθίημι
- ἐπι-καθ-ίημι, darauf niederlassen, darauf stützen; ἐκ τοῦ μηχανήματος ἐπικαϑῆκαν τὰς πύλας, das Fallgatter wieder niederlassen; ἐπικαϑιέντες, von den Hinkenden
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
επικαθίημι — ἐπικαθίημι (Α) 1. προσδίδω, προσαρμόζω κάτι 2. βάζω μέσα σε κάτι, παρεισάγω 3. επιρρίπτω κάτι σε κάποιον 4. αφήνω κάτι να πέσει 5. κατεβάζοντας κλείνω 6. κόβω ή κεντώ ξανά 7. τοποθετώ, πατώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καθ ίημι «ρίχνω κάτω»] … Dictionary of Greek
ίημι — ἵημι (Α) 1. κινώ, βάζω κάτι σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί γρήγορα («ἧκα πόδας καὶ χεῑρε φέρεσθαι», Ομ. Οδ.) 2. αφήνω κάτι να πέσει κάτω (α. «κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας» άφησε τα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι, Ομ. Οδ.) 3. στέλνω, αποστέλλω 4.… … Dictionary of Greek